of oceans and roads and capital letters

life’s weird. what is it all about, I’ve never understood that one. which goes to say that I’ve never really understood anything, clearly. nevertheless, I keep on playing this game of which I know not the rules and sometimes I even win - or so it feels. and whem i’m there, at the ”winning” cosmos spinning myself around till my lips or feet or soul burns, life feels like a journey. when i’m loosing, when, that is, i’m spinning in the chaos of changes or setbacks or pain, life feels like a game, indeed. where are is justice, where is serendipity, where is everything and everyone and God, and why does it feel as if i’m swimming in the wrong cosmic soup. and drowning. when you are drowning your game is to keep the oxygen in. at that point there is no road, there is no journey. there’s only game. and you gotta play by rules you know nothing of.
in essence, we know nothing of anything.
but, still, we play. until the oxygen is enough for us to swim to the closest road.
we (must) keep swimming, swallowing oceans and tiny amounts of oxygen, speeding chaos debris out. we keep going on a safe mode until we dive in the journey mode again.
i’m so sorry for not using capital letters. rules, I guess, are made to be broken -even when you have to imagine all about them. games to be played. and journeys… journeys are journeys: LIFE.



θέλω να αρπάξω τον κόσμο και να τον φέρω ανάποδα

να τον κουνήσω μέχρι να μπουν όλα στη θέση τους

θέλω να πιάσω την ζωή στα δάχτυλα μου και να την κάνω δική μας

να τη φέρω στα μέτρα μας

στα μέτρα των ανθρώπων που ακόμη έχουν το θάρρος να ονειρεύονται

στα μέτρα των ανθρώπων που αγαπάνε με όλο τους το Είναι

στα μέτρα των αξιοπρεπών

στα μέτρα αυτών που δεν ντρέπονται να κρατηθούν χέρι-χέρι στο δρόμο

στα μέτρα αυτών που μετράνε την αξία της σε κλίμακες αλληλεγγύης

στα μέτρα που χαράζει στην καρδιά μια ζεστή αγκαλιά

θέλω να αρπάξω τον κόσμο και να τον φέρω ανάποδα

να τον κουνήσω μέχρι να μπουν όλα στη θέση τους 

και μέσα σε αυτόν να αγαπάμε ανέμελα

χωρίς τους φόβους του τι θα μπορούμε να κάνουμε αύριο

Ποιους να φυλουσε η Παναγια οταν πεθαιναμε

'Together' is a tiny universe.


Have enough courage to love.

Maya Angelou  (via thedustdancestoo)

My warmest ocean, I have found.


You, I love.

I love your soul.

The core of the core of your being.

This is what I love the most: Your kindness. And, yes, them too: your devils- Oh how they derived from your enormous heart, I know.

You are the last great innocent, my love. 

I am the right hand inside your left hand.  



να ήταν η απλότητα η νέα πολυτέλεια. να ήταν οι ζωές μας αυτόνομες από κράτη δυσοίωνων και αχόρταγων, σα μικρά, πολύχρωμα, Γαλατικά, χωριά. να μην χρειάζονταν οι λέξεις μας κεφαλαία. να μην υπήρχαν στην αγάπη τελείες μόνο αποσιωποιητικά…

Deterministically, astronauts become poets.


eventually you meet the people you have the same hiding places with



σε κάθε μας βήμα

ό,τι απέμεινε απ’ το ταξίδι.

Μα και αυτό που ψάχνουμε να βρούμε.



Upon the merit of the angels comes the sun. When it’s dark the people play the guitar of hope and the trumpet of loneliness. It’s not ugliness to show yourself when soft, it’s not darkness to lift your spirit in the night, in the hug of the forest of the mother earth. It is the drunkenly sober who survive. It’s the candle of the forest that warms our souls. The moonlight shadow of fear; We shall never cast it in our souls.


Κι ο ουρανός είναι ουρανός
κι η θάλασσα, θάλασσα
και οι άνθρωποι πάνε κι ερχονται
ζουν και πεθαίνουν
δημιουργούν και καταστρέφουν
μα το απέραντο μένει πάντα απέραντο
πάντα εκεί
για να σταματάμε
για να το κοιτάμε
για να θυμόμαστε
πως είμαστε νερό κι αέρας
πως είμαστε μέρος του απέραντου
για να θυμόμαστε
πως μπορούμε να φτιάξουμε φωτιές
για να θυμόμαστε
πως χωρίς νερό κι αέρα
άνθρωπος δεν γεννιέται
και πως όσο κι αν τρέξει
ό,τι κι αν κτίσει
οι φωτιές του δεν θα τον καίνε όμορφα
αν δεν σταματήσει
αν δεν κοιτάξει
για λίγο
το απέραντο.

Τι κι αν όλα είναι εκεί, αν πρώτα δεν χαθείς ποτέ κανείς δεν θα σε βρει. Αν δεν αφήσεις κάποιον να σε ψάξει. Αν δεν αφήσεις κάποιον κάτι να σου πει, κάπως να σε αγγίξει. Η αγάπη είναι σα σκυλί, μυρίζεται τον φόβο. Άφου το ξέρουμε, όλα τα όμορφα συμβαίνουν σε χρόνο αν-ύποπτο, δηλαδή εκείνη τη στιγμή που κάνουμε ένα άλμα έξω απ’ το χρυσό και ασφαλές κλουβί.


Ριχτήκαμε με φόρα στον μπλε τον κόσμο τον γιομάτο από κύμματα.
Μικρές ψυχές που ψάχνουν αέναα να τινάξουν τις σκοτεινές τους ιστορίες από πάνω τους.
Με το γέλιο. Με το γέλιο και το πάθος και το κλάμα τους.
Ανακυκλώνουμε το στόρι μας για να μας βρει ένα άλλο. Να ξαναγράψουμε το σενάριο του μικρού μας σύμπαντος. Δηλαδή του σύμπαντος στο σύνολο του. Γίνεται έτσι ο καθένας ίδιος άγγελος ίδιο και το θεριό του.
Ανοίγουμε φτερά και ψάχνουμε τους ανθρώπους στις γωνίες μας. Μόνο για να τους βρούμε παραπέρα στους κύκλους που κάνει γύρω γύρω η καρδιά τους.
Κόβουμε ύφασμα και το ρίχνουμε επάνω μας και στις πιο ελεύθερες στιγμές μας το πετάμε στον αέρα.
Στις πολιτείες του κόσμου των κυμμάτων πάμε χανόμαστε, για να βρισκόμαστε στων πεπρωμένων μας τα βάθη τα πιο όμορφα.